Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οθωμανική Περίοδος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οθωμανική Περίοδος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 19 Ιουλίου 2014

Ποια είναι η Μιχριμάχ;

Απόσπασμα από το κείμενο για το τέμενος της Μιχριμάχ στο Edirnekapı.

Ποια είναι η Μιχριμάχ

 Η Μιχριμάχ, ήταν η μοναχοκόρη του Σουλτάνου Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή και της Σουλτάνας Χουρρέμ. Σε ηλικία 17 χρονών, παντρεύτηκε τον Ρουστέμ Πασά, Μεγάλο Βεζίρη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και δεξί χέρι της Χουρρέμ, της οποίας επιλογή ήταν ο Ρουστέμ. Ωστόσο η καρδιά της Χουρρέμ ανήκε σε άλλον, τον Μιμάρ Σινάν. Ο Σινάν, με τη  σειρά του αγαπούσε πολύ της Μιχριμάχ και ενώ ήταν στις οικοδομές στη Προύσα, αποφάσισε να επιστρέψει στην Πόλη και να ζητήσει σε γάμο της Μιχριμάχ από τον πατέρα του, ο οποίος ον εκτιμούσε ιδιαίτερα εξαιτίας και των ικανοτήτων του αλλά και της ιδιαίτερης συμβολής του στη μάχη της Ουγγαρίας.

Ο Σουλεϊμάν, όμως αφού σκέφτηκε της πρόταση του Σινάν, επηρεαζόμενος από την Χουρρέμ αποφάσισε να την παντρέψει με τον Ρουστέμ. Κάτι το οποίο επηρέασε αρκετά τον Σινάν, ο οποίος από τότε ασχολήθηκε μόνο με την τέχνη του και ιδιαίτερα με την κατασκευή του τεμένους στο Ουσκουντάρ, το οποίο του είχε αναθέσει η ίδια η Μιχριμάχ (αφορμή για την γνωριμία τους ).
Αντίθετα η Μιχριμάχ ασχολήθηκε ενεργά με την πολιτική, ενθάρρυνε τον πατέρα της για να συνεχίσει τις εκστρατείες του και ιδιαίτερα αυτή της Μάλτας και ξεκίνησε να ταξιδεύει μαζί του. Ανέθεσε στον Σινάν τη κατασκευή ενός τεμένους για την ίδια. Μεά το θάνατο του Σουλεϊμάν, η Μιχριμάχ έγινε Βαλιντέ Σουλτάνα του μικρότερου αδελφού της Σελίμ, τον οποίο είχε ενισχύσει ιδιαίτερα στην προσπάθεια του να επικρατήσει απέναντι στα άλλα αδέρφια της.

Τετάρτη 28 Αυγούστου 2013

Ρούμελι Χισάρ (Rumeli Hisar)

Το Ρούμελι Χισάρ (Rumeli Hisar) ή Κάστρο της Ρούμελης  βρίσκεται στο στενότερο σημείο του Βοσπόρου, επί της ευρωπαϊκής πλευράς της Κωνσταντινούπολης και ειδικότερα στην περιοχή Σαριγιέρ, κάτω από την περιοχή του παλαιού κολεγίου Ρόμπερτ (σήμερα Πανεπιστήμιο του Βοσπόρου).
Χτίστηκε το 1452 από τον Σουλτάνο Μωάμεθ Β' τον Πορθητή. Χτίστηκε ακριβώς απέναντι από το Αναντολού Χισάρ, με σκοπό τον έλεγχο των στενών του Βοσπόρου και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο  στην άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1454.
Η κατασκευή του κάστρου έγινε μέσα σε 4 μήνες,μετά την κατάκτηση δύο προγενέστερων βυζαντινών πύργων, οι οποίοι και επεκτάθηκαν, μεταξύ Απριλίου και Αυγούστου του 1452. Πιθανολογείται ότι τα σχέδια ανήκουν στον αρχιτέκτονα Muslihuddin Aga. Η διάταξη του κάστρου έχει τη μορφή ισοσκελούς τριγώνου. Τα εξωτερικά τείχη, πάχους άνω του ενός μέτρου, φθάνουν σε ύψος περίπου 15 μέτρων. Συνολικά υπάρχουν 15 πύργοι, σε μεγάλο, μεσαίο και μικρό μέγεθος καθώς και 5 πύλες.
 
Ξεχωρίζουν 3 μεγάλοι πύργοι, οι οποίοι έχουν πάρει τα ονόματα τους από τους Βεζίριδες του Σουλτάνου. Αυτοί είναι: ο πύργος του Ζαγανός Πασά στη πλευρά της θάλασσας, ο πύργος του Χαλίλ Πασά στα νοτιοδυτικά και ο πύργος του Σαριτζά Πασά στα βόρεια. Η έκτασή του υπολογίζεται πως φθάνει τα 250 μέτρα μήκος στη διεύθυνση βορρά-νότου, με πλάτος περίπου 50-100 μέτρα, ενώ ο υψηλότερος πύργος του, στο νότιο τμήμα του, φθάνει σε απόσταση 70 μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας.
 
Το Ebulfeth Cami κατασκευάστηκε από τον Σουλτάνο στο σημείο που βρισκόταν μια Κινστέρνα (δεξαμενή), στο  κέντρο του κάστρου η οποία πιστεύεται  ότι προϋπήρχε από τα Βυζαντινά χρόνια.
η είσοδος της Κινστέρνας
 
 
Το Τζαμί καταστράφηκε από σεισμό το 1509. Ολόκληρο το κτήριο υπέστη σημαντικές ζημιές αλλά επισκευάστηκε αμέσως. Εξάλλου είναι γνωστό ότι το κτήριο ανακαινίσθηκε κατά την περίοδο του Σελίμ Γ' (1789-1807). Μετά την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης, λειτούργησε ως φυλακή και τελωνειακός σταθμός, ωστόσο σταδιακά εγκαταλείφθηκε. Μέχρι το 19ο αιώνα, διατήρησε τον ισχυρό μουσουλμανικό χαρακτήρα του με πολυάριθμα τεμένη αλλά και μοναστήρια δερβίσηδων. Στη θέση του αναπτύχθηκε χωριό που μάλλον αποτελούσε θερινό θέρετρο για μέλη της οθωμανικής άρχουσας τάξης.
 
Μια τρίτη αναστήλωση έγινε  κατά την περίοδο της δημοκρατίας, μεταξύ του 1953-1958. Οι οικίες του χωριού στο εσωτερικό του κάστρου κατεδαφίστηκαν και αποτελεί προσβάσιμο μουσειακό χώρο. Σε υπαίθριο θέατρο που διαμορφώθηκε στο εσωτερικό του διοργανώνονται σήμερα παραστάσεις κατά τη θερινή περίοδο, στα πλαίσια του Φεστιβάλ της Ιστανμπούλ. Ξεκίνησε να λειτουργεί ως μουσείο το 1961.
Στο κεντρικό χώρο του κάστρου υπάρχει μια ανοιχτή έκθεση με κανόνια των Οθωμανών της περιόδου του 17ου  έως τον 19ου αιώνα.  Στο κάστρο δεν υπάρχει κάποια κλειστή έκθεση.
 
 
 
 
 
 
Η τιμή του εισιτηρίου είναι μόλις 5 λίρες
 
 


η έκθεση με τα κανόνια
 
 
 

Δευτέρα 29 Απριλίου 2013

Σελιμιγιέ Τζαμί

Για ακόμη μια φορά θα ασχοληθώ με ένα έργο του αρχιτέκτονα Σινάν, γνωστός ως Μιμάρ Σινάν. 'Όπως έχω αναφέρει σε προηγούμενα κείμενα μου έτσι και σε αυτό, ότι ο Σινάν ήταν ο σημαντικότερος αρχιτέκτονας της Οθωμανικής περιόδου, έζησε σε μια εποχή ιδιαίτερης ακμής της Αυτοκρατορίας  και συνέβαλε τα μέγιστα στην ακμή της Οθωμανικής τέχνης.  Ήταν ο αρχιτέκτονας 3 Σουλτάνων, του Σουλεϊμάν Α', Σελίμ Β' και Μουράτ Γ'.  Πέθανε σε ηλικία 99 χρονών (1489-1588). Ο τάφος του βρίσκεται στο Σουλεϊμάνιγιε.
Αυτή τη φορά δεν θα ασχοληθώ με κάποιο έργο του στην Πόλη, αλλά με το Σελιμιγιέ Τζαμί στην Ανδριανούπολη. Το οποίο έχει χαρακτηριστεί ως το σημαντικότερο και ομορφότερο έργο του Σινάν. Το τζαμί κατασκευάστηκε από το 1569 και ολοκληρώθηκε το 1579, την περίοδο του Σουλτάνου Σελίμ Β'. 
Το τζαμί αυτό, αποτελεί την χαρακτηριστικότερη απόδοση του Οθωμανικού "κουλιγιέ". Το κουλιγιέ όπως είχα αναφέρει και στο κείμενο για το Γενί τζαμί στην Πόλη (http://turkeyhistory.blogspot.gr/2013/03/yeni-cami.htmlήταν ένα κτιριακό σύμπλεγμα, στου οποίου το κέντρο υπήρχε το τέμενος και στο εξωτερικό χώρο υπήρχαν μεντρεσέδες, κουζίνες, φούρνοι, χαμάμ, ντουρουσσίφα  και άλλα κτίριαme με σκοπό την ανάπτυξη της κοινωνίας.
Το Σελιμιγιέ περιλαμβάνει  μεντρεσέδες (Ισλαμικά σχολεία), ένα σκεπαστό παζάρι, ένα κτήριο με ρολόι, εξωτερικό κήπο και μια βιβλιοθήκη.
Το τζαμί, σήμερα αποτελεί μνημείο παγκόσμια πολιτιστικής κληρονομιάς της Ουνέσκο.


Τρίτη 19 Μαρτίου 2013

Κιοσέ Μιχαήλ (Σπανός), ένας από τους κύριους οργανωτές του κρατιδίου του Οσμάν.

Στην οργάνωση του νέου κρατιδίου θα βοηθήσει σημαντικά και καταλυτικά ένας Βυζαντινός αξιωματούχος, Μιχαήλ Σπανός, γνωστός ως Κιοσέ Μιχαήλ , διοικητής του φρουρίου της Κερμεγκίας στη Βιθυνία ( σημερινό Harmankaya), ο οποίος συνελήφθη αιχμάλωτος από τον Οσμάν, ωστόσο γίνεται στενός φίλος και συνεργάτης του Οσμάν. Ο Μιχαήλ μαζί με τον υπόλοιπο πληθυσμό του φρουρίου ασπάστηκαν το Ισλάμ, ακολουθώντας την κύρια πολιτική του Οσμάν, η οποία ήταν ο εξισλαμισμός του Βυζαντινού Πληθυσμού και κυρίως αξιωματούχων.

Τρίτη 12 Μαρτίου 2013

Η έννοια της λέξης δερβίσης.

Σε προηγούμενο κείμενο, είχα αναφερθεί στους Αγίους του Ισλάμ, τους δερβίσηδες  Η λέξη δερβίσης, "Derviş", αποτελείται από πέντε γράμματα στην παλιά τούρκικη γραφή
  • το πρώτο γράμμα το -d, σημαίνει το να εγκαταλείπω τον κόσμο.
  • το δεύτερο γράμμα το -r, σημαίνει εγκαταλείπω την υποκρισία.
  • το τρίτο γράμμα το -v, που σημαίνει εγκαταλείπω την ύπαρξη μου.
  • το τέταρτο γράμμα το -y, σημαίνει εγκαταλείπω το ψέμα.
  • και το πέμπτο, σύμφωνα με την παλιά γραφή είναι το, που σημαίνει εγκαταλείπω την λαγνεία.


Κυριακή 10 Μαρτίου 2013

Yeni Cami/ Γενί Τζαμί

η εξωτερική άποψη 
Όποιος έχει περάσει από την περιοχή του Κεράτιου Κόλπου και  συγκεκριμένα από το Εμίνονου, τότε είναι αδύνατον να μην έχει πέσει η ματιά του στο επιβλητικό τζαμί της περιοχής, το Γενί Τζαμί ή το Τζαμί της Βαλιντέ Σουλτάνας.

Η κατασκευή του αυτοκρατορικού αυτού Τζαμιού ξεκίνησε το 1597 από την Σουλτάνα Σαφιγιέ, μητέρα του Σουλτάνου Μεχμέτ του Γ'. Ο πρώτος αρχιτέκτονας που ανέλαβε το έργο ήταν ο Νταβούτ Αγάς, μαθητής του περίφημου Οθωμανού αρχιτέκτονα Μιμάρ Σινάν. 

Μετά τον θάνατο του Νταβούτ αγά, το έργο το ανέλαβε ο Νταλγκίτς Αχμέτ Αγάς. Η κατασκευή διήρκεσε αρκετά χρόνια και πέρασε από πολλές περιπέτειες και ολοκληρώθηκε από την Τουρκιάν Χατιτζέ Σουλτάνα.
το εσωτερικό του τεμένους 

Η κατασκευή σταμάτησε για κάποιο καιρό, όταν ανέβηκε στο θρόνο  ο Σουλτάνος Αχμέτ ο Α', ο οποίος δεν είχε ενδιαφερθεί στο να συνεχίσει το έργο.

Το 1661 η Τουρκιάν, μητέρα του Σουλτάνου Μεχμέτ του Δ', η οποία προσέλαβε τον αρχιτέκτονα Μουσταφά Αγά. Το 1663, μετά από 66 χρόνια, το έργο ολοκληρώθηκε, οπότε και δόθηκε σε λειτουργία για το κοινό.

από την γέφυρα του Γαλατά
Το Γενί Τζαμί αποτελούσε ένα kulliye, το οποίο ήταν ένα κτιριακό σύμπλεγμα, στου οποίου το κέντρο υπήρχε το τέμενος και στο εξωτερικό χώρο υπήρχαν μεντρεσέδες, κουζίνες, φούρνοι, χαμάμ, ντουρουσσίφα ( θα αναφερθώ σε αυτά σε επόμενο κείμενο)  και άλλα κτίρια για την ανάπτυξη της κοινωνίας.

Η Σαφιγιέ, ήθελε να χτίσει το τζαμί στην περιοχή του Εμίνονου, καθώς εκεί υπήρχε μια Εβραϊκή κοινότητα με μεγάλη επιρροή.







η αυλή του τεμένους
Οι τοίχοι του, με το πέρασμα των χρόνων κατεδαφίστηκαν. Οι μεντρεσέδες επίσης δεν άντεξαν στο πέρασμα του χρόνου. Η Αιγυπτιακή αγορά ( γνωστοί σε όλους  μας) είναι η κλειστή αγορά του Τζαμιού.

Επίσης στο kulliye υπάρχει ο τάφος της Σουλτάνας Χατιτζέ καθώς και ηγεμόνων και πριγκίπων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. 

Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2013

Το Τέμενος της Μιχριμάχ στο Edirnekapı

Το τέμενος της Σουλτάνας Μιχριμάχ, είναι ένα Οθωμανικό τέμενος το οποίο κατασκευάστηκε από τον Μιμάρ Σινάν, ο σημαντικότερος αρχιτέκτονας της εποχής του Σουλεϊμάν και κατά πολλούς ο σημαντικότερος όλων των εποχών. 

Ποια είναι η Μιχριμάχ

 Η Μιχριμάχ, ήταν η μοναχοκόρη του Σουλτάνου Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή και της Σουλτάνας Χουρρέμ. Σε ηλικία 17 χρονών, παντρεύτηκε τον Ρουστέμ Πασά, Μεγάλο Βεζίρη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και δεξί χέρι της Χουρρέμ, της οποίας επιλογή ήταν ο Ρουστέμ. Ωστόσο η καρδιά της Χουρρέμ ανήκε σε άλλον, τον Μιμάρ Σινάν. Ο Σινάν, με τη  σειρά του αγαπούσε πολύ της Μιχριμάχ και ενώ ήταν στις οικοδομές στη Προύσα, αποφάσισε να επιστρέψει στην Πόλη και να ζητήσει σε γάμο της Μιχριμάχ από τον πατέρα του, ο οποίος ον εκτιμούσε ιδιαίτερα εξαιτίας και των ικανοτήτων του αλλά και της ιδιαίτερης συμβολής του στη μάχη της Ουγγαρίας.

Ο Σουλεϊμάν, όμως αφού σκέφτηκε της πρόταση του Σινάν, επηρεαζόμενος από την Χουρρέμ αποφάσισε να την παντρέψει με τον Ρουστέμ. Κάτι το οποίο επηρέασε αρκετά τον Σινάν, ο οποίος από τότε ασχολήθηκε μόνο με την τέχνη του και ιδιαίτερα με την κατασκευή του τεμένους στο Ουσκουντάρ, το οποίο του είχε αναθέσει η ίδια η Μιχριμάχ (αφορμή για την γνωριμία τους ).
Αντίθετα η Μιχριμάχ ασχολήθηκε ενεργά με την πολιτική, ενθάρρυνε τον πατέρα της για να συνεχίσει τις εκστρατείες του και ιδιαίτερα αυτή της Μάλτας και ξεκίνησε να ταξιδεύει μαζί του. Ανέθεσε στον Σινάν τη κατασκευή ενός τεμένους για την ίδια. Μεά το θάνατο του Σουλεϊμάν, η Μιχριμάχ έγινε Βαλιντέ Σουλτάνα του μικρότερου αδελφού της Σελίμ, τον οποίο είχε ενισχύσει ιδιαίτερα στην προσπάθεια του να επικρατήσει απέναντι στα άλλα αδέρφια της.

Τα χαρακτηριστικά του τεμένους

Διάλεξε πρώτα μια έρημη περιοχή για να καταλάβει η αγαπημένη του τη μοναξιά που νιώθει στην απουσία της. Οι διαστάσεις του τεμένους που κατασκεύασε ήταν μικρές για να θυμίσουν τον ευγενικό χαρακτήρα της Μιχριμάχ. Οι καμπύλες από τις καμάρες και στις άκρες των μιναρέδων θύμιζαν τις μπούκλες των μαλλιών της Μιχριμάχ. Η απλή αλλά σεμνή ομορφιά του ναού συμβόλιζε την κομψότητα της σουλτάνας.

Ο Σινάν τοποθέτησε τόσα πολλά παράθυρα στον θόλο που κανείς αρχιτέκτονας δεν είχε καταφέρει μέχρι εκείνη την εποχή. Θέλησε ο χώρος να αγκαλιάσει τη Μιχριμάχ με μια διάφανη και φωτεινή όψη. Ο Αρχιτέκτονας Σινάν είχε φτιάξει το τέμενος με ένα μιναρέ αντίθετα με τα τεμένη με δυο μιναρέδες που είχαν κατασκευαστεί πρωτύτερα στα ονόματα των γυναικών της δυναστείας για δείξει ότι και οι δυο τους νιώθουν μοναξιά.





Ο Μιμάρ Σινάν με τα δυο αξέχαστα έργα που κατασκεύασε για την αγαπημένη του που άκουγε το όνομα Mihr ü Mah, δηλαδή ήλιος και σελήνη, θέλησε να αφήσει ένα αιώνιο σημάδι του έρωτα του. Αλλά στα έργα αυτά υπήρχε ένα μυστικό που ανακαλύφθηκε μετά από πολλά χρόνια. Μόνο μια ημέρα το χρόνο και συγκεκριμένα στα γενέθλια της Μιχριμάχ όταν δύει ο ήλιος πίσω από το τέμενος Μιχριμαχ στο Edirnekapı ανατέλλει η Σελήνη ανάμεσα από τους μιναρέδες του τεμένους της Σουλτάνας Μιχριμάχ στο Üsküdar. Υπενθυμίζοντας με τον ωραιότερο τρόπο το όνομα της πριγκίπισσας.










Tünel, the 2nd underground railway in the world

The Tünel (English: Tunnel ) is a short underground railway line in Istanbul, Turkey. It is an underground funicular with two stations, connecting the quarters of Karaköy and Beyoğlu. Located at the northern shore of the Golden Horn, the underground railway tunnel goes uphill from close to sea level and is about 573 metres long.[1] Inaugurated on January 17, 1875, the Tünel is the second-oldest subterranean urban rail line in the World after the London Underground (1863), and the first subterranean urban rail line in continental Europe; though the first full subway line with multiple underground stations in continental Europe was Line 1 of the Budapest Metro (1896)


 In the XIX century, the districts of Galata and Péra were the most important trading areas of Constantinople. Galata, at the bottom, was where trading took pace, where the stock exchange and the customs stood. On the hill there was Péra, with its hotels, its embassies, its dwellings. To go from one district to the other, one had to go through very narrow and very sloping lanes, going up to 24 %, where circulation of vehicles was impossible.

To mitigate these difficulties of circulation and exchange, the French civil engineer Eugene-Henri Gavand have the idea, in 1867, to build an underground funicular tilted plan. 

In 1869 it obtains, after thousand and one adventures, from the Sultan Abdülaziz, the Emperor Ottoman, the concession for the construction of the underground funicular. 

May 8, 1871, a limited company, with the English capital, "The Metropolitan Railway of Constantinople from Galata to Pera" is founded and the first work began on June 30, 1971. 

May 5, 1874, work ends. The "Tünel" is built. Energy necessary is produced by two steam machines of 150 CV. 

Tünel will be brought into normal service only after one year of testing transportation with cattle. 

In end, January 18, 1875 it is opened with the public!

 The Tünel consists of a single brick-lined tunnel measuring 554.8 metres (1,820 ft) long, 6.7 metres (22 ft) wide and 4.9 metres (16 ft) high. It has one station at either end. The lower station is named Karaköy (located on the eastern end of Tersane Avenue at 41.0229°N 28.9749°ECoordinates: 41.0229°N 28.9749°E), and the upper station 
Tünel Meydanı - Tünel Square (located on the southern end of Istiklal Avenue at 41.0278°N 28.9719°E). The upper station stands 61.55 metres (201.9 ft) higher than the lower one. The slope of the tunnel varies along its length from 2 percent to 15 percent. It was originally built with two parallel lines,but now has a single track with a short duplex section in the middle, where two trains pass side by side.
 The parabolic profile met two aims: initially to immediately enter in underground, while reserving above the tunnel, greatest height of possible ground under the foundations of the houses; then to allow the down-train on the basis of Galata to start automatically by releasing the brakes, and without the help of the steam machine. Once the train moving, one gradually opens the vapor introduction to maintain the movement, which without that would not be long in stopping; because the train on the basis of charged Péra, can actuate the empty train of Galata, only over one length 390 m.

The line is with double track, and in straight line. At the top, and in the axis of each way, one placed a large grooved pulley 4,50 m in diameter. 

On each one of these large reels is rolled up a flat cable, whose end is fixed at the circumference of the pulley, and the other attached to the vehicle of the one of the tracks. These pulleys are fixed on the same shaft, the cable is held one while it is rolled up on the other. 

This use of reels placed in the axis of each way removes the return pulleys, necessary when the cable is rolled up several helical times around a drum. Instead of a round cable a flat cable was employed, which is placed more easily in the groove of the pulley, and the wear and tear of the cable caused by its rolling up is in particular decreased. On the other hand these turns of superimposed cables the ones with the others, offer a disadvantage: there is a very notable speed variation, due to the difference in diameter of the circumference which is held. By supposing a thickness of cable of 18 mm, a 600 m length; the maximum diameter is 6 meters, the minimum diameter is 4,70 meters for a mean velocity of 4 m per second, the minimum speed will be 3,56 m/s, and the maximum speed of 4,52 m/s, it is a significant variation [.. ] 

Each train is composed of two vehicles; ahead, a platform for the transport of the cars, the horses, the goods, and even of the travellers of 2nd class standing; behind, a closed traveller car, being able to contain 90 people. 

The platform, when it is not there vehicles or goods can carry 60 people. 

A train can thus transport 150 people [.. ] When the two cars pass each other, the free interval between them, is only 0,20 cm. This reduction is without disadvantage, the travellers entering and outgoing of the cars by the side external with the way, and them cars offering door only on this face there, are closed completely on the other face. "

 In 1911, the concession is transferred to the Company "Dersaadet Mülhakatindan Galata ve Beyoglu Beyninde Tahtel' arz Demiryolu" (Company of underground railway between Galata and Beyoglu). 

March 1, 1939, the government nationalizes the Tünel and transmits it to the IETT (Establishment of public transport with electricity of Istanbul). 
 November 3, 1971, after 96 years of service, the first funicular with cabins made of wood, with two parallel tracks and driven by steam machines, gave way to the new funicular which is still in service currently...


Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

Η Μάχη στο Κοσσυφοπέδιο


Η Μάχη στο Κοσσυφοπέδιο (Σερβικά: Косовска битка, Бој на Косову και Τουρκικά: Kosova Meydan Savaşı) αποτέλεσε κρίσιμη αλλά και πολύνεκρη σύγκρουση των στρατευμάτων της επεκτεινόμενης Οθωμανικής αυτοκρατορίας και της Σερβίας του Μοράβα (όπως αποκαλείται την περίοδο 1373-1402 το ισχυρότερο βασίλειο ανάμεσα σε όσα συνέθεταν τη Σερβική Αυτοκρατορία (1346–1371) του Δουσάν). Η σύρραξη έλαβε χώρα στις 15 Ιουνίου του 1389.


Τους Οθωμανούς οδήγησε επικεφαλής στη μάχη ο Σουλτάνος Μουράτ Α΄, συνοδευόμενος από τους γιους του Βαγιαζήτ και Γιακούμπ. Ο αντίπαλος στρατός υπό τον πρίγκηπα Λάζαρο Χρεμπελιάνοβιτς βασιζόταν στις στρατιωτικές δυνάμεις του τελευταίου, σε άγημα που διηύθυνε ο Σέρβος ευγενής Βουκ Μπράνκοβιτς και ένα άλλο άγημα υπό τον Βόσνιο Βλάτκο Βούκοβιτς, το οποίο έστειλε ο βασιλιάς της Βοσνίας Τβέρτκο. Τη δεδομένη χρονική στιγμή ο Λάζαρος ήταν ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης ανάμεσα στους κυβερνήτες των σλαβικών κρατιδίων, ενώ ο Βουκ Μπράνκοβιτς κατείχε την περιοχή του Κοσσυφοπεδίου (και άλλες περιοχές), αναγνωρίζοντας τον πεθερό του, Λάζαρο, κύριό του. Η μάχη εκτυλίχθηκε στο «πεδίο του κότσυφα», περιοχή που εντοπίζεται μόλις 5 χιλ. από τη σύγχρονη Πρίστινα.

Είναι δυσεύρετες οι αξιόπιστες ιστορικές πηγές που αφορούν το συγκεκριμένο γεγονός, αλλά μέσω της αντιπαραβολής με σύγχρονες πρίπου μάχες (λ.χ. Νικόπολη, Άγκυρα) δύναται να έχουμε μια γενικά αποδεκτή εικόνα για τη μάχη[2]. Το έμψυχο δυναμικό των αντιμαχόμενων παρατάξεων σχεδόν εξ ολοκλήρου εξολοθρεύτηκε. Ανάμεσα στους πολυάριθμους νεκρούς κείτονταν οι επικεφαλής των στρατιών, ο σουλτάνος Μουράτ και ο πρίγκηπας Λάζαρος. Συνοπτικά, αν και οι Τούρκοι αφάνισαν το σερβικό στρατό, εντούτοις είχαν πάρα πολλούς νεκρούς και τραυματίες, ώστε επιβραδύνθηκε προσωρινά η προέλασή τους στη Βαλκανική. Βέβαια, οι Σέρβοι απώλεσαν τον κύριο όγκο του στρατού τους, με αποτέλεσμα να αδυνατούν να συνεχίσουν τον αμυντικό πόλεμο εναντίον των Οθωμανών Τούρκων, που, παρά την «πύρρειο» νίκη (αν θεωρήσουμε ότι η έκβαση της μάχης ήταν θεωρητικά - κι όχι αριθμητικά - λιγότερο καταστροφική για αυτούς), διέθεταν επιπρόσθετα στρατεύματα στην Ανατολή. Συνεπώς, όσοι Σλάβοι ηγεμόνες δεν ήταν ήδη υποτελείς στους Οθωμανούς υποτάχθηκαν μέσα στην επόμενη δεκαπενταετία.













Για την ιστορία, την παράδοση και την εθνική ταυτότητα της Σερβίας η Μάχη στο Κοσσυφοπέδιο απέβη ιδιαίτερης σημασίας[3].

Ιστορικό πλαίσιο

Ο Μέγας Στέφανος Ούρος Δ΄ Δουσάν της Σερβίας (βασιλεία: 1331-1355) πέθανε και κληροδότησε τη Σερβική Αυτοκρατορία στο διάδοχό του, Στέφανο Ε΄ τον Ανίσχυρο) (βασιλεία: 1355-1371), ο οποίος ευθύνεται για την εξασθένιση της κεντρικής εξουσίας και την ανάδυση ανεξάρτητων πριγκηπάτων στην επικράτεια, μια περίοδος γνωστή υπό τον όρο «πτώση της Σερβικής Αυτοκρατορίας». Μετά το θάνατο (1371) του άτεκνου αυτοκράτορα και το ξεκλήρισμα των ευγενών της Σερβίας στη μάχη του Ορμενίου (ή Μάχη του ποταμού Μάριτσα), ο ηγεμόνας της Σερβίας του Μοράβα Λάζαρος ξεκίνησε διπλωματικές και στρατιωτικές ετοιμασίες για τη διαφαινόμενη οθωμανική απειλή, την οποία αντελήφθη.
 Προετοιμασίες
 Μετακίνηση των στρατευμάτων

Ύστερα από τις ήττες του οθωμανικού στρατού σε Πλότσνικ (1387) και Μπιλέτσα (1388), ο Μουράτ, ήδη σουλτάνος από το 1361, μετακίνησε τα στρατεύματά του από τη Φιλιππούπολη, όπου ξεχειμώνιαζε, στο Ιχτιμάν (πόλη στη δυτική Βουλγαρία, περ. 48 χμ. από τη Σόφια). Από εκεί, ο στρατός ταξίδεψε ως το Βελμπάζντ (σήμ. Κιουστεντίλ) και το Κράτοβο (η ομώνυμη σύγχρονη πόλη της ΠΓΔΜ). Παρόλο που ο δρόμος μέσω Σόφιας και της κοιλάδας του Νισάβα ήταν συντομότερος, ο διαδρομή που επέλεξε ο οθωμανικός στρατός οδηγούσε στο Κοσσυφοπέδιο, υψηλής σημασίας σταυροδρόμι των Βαλκανίων. Έτσι, ο Μουράτ θα βρισκόταν σε θέση να επιτεθεί είτε στα εδάφη του Βουκ Μπράνκοβιτς είτε στην περιοχή του Λάζαρου της Σερβίας. Ο στρατός του Μουράτ προήλασε όπως σχεδίαζε, περνώντας από το Κουμάνοβο, το Πρέσοβο, το Γκνιλάνε και τέλος έφτασε στην Πρίστινα στις 14 Ιουνίου.
 Παραπομπές

 ↑ βλ. Jean W. Sedlar, East Central Europe in the Middle Ages, 1000-1500, σελ. 244
 ↑ Kosovska Bitka, σελ. 659
 ↑ G. Duijzings, Religion and the Politics of Identity in Kosovo (Λονδίνο: Χαρστ, 2000)

Εξωτερικές συνδέσεις
 Wikipedia-logo.png Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Battle of Kosovo της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).

Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου 2012

Οι Άγιοι του Ισλάμ

Στο όνειρο του Οσμάν ( γεννάρχη της Οθωμανικής δυναστείας), ο Οσμάν διηγείτε το ονειρο του σε έναν άγιο άντρωπο. Ποιοί είναι όμως αυτοί οι Άγιοι άνθρωποι; και ποιοί είναι οι δεσμοί τους με την Οθωμανική αυτοκρατορία;
 
Οι Άγιοι αυτοί δεν είναι άλλοι από τους πολλύ γνωστούς σε όλους  μας Δερβίσηδες, οι οποίοι συναντουνται αρκετά στις παραμεθόριες περιοχές της εποχής του Οσμάν. Ο όρος αυτός χαρακτηρίζει τα μέη των μυστικιστικών Θρησκευτικών Αδελφοτήτων σε πολλές χώρες του μουσουλμανικού κλοσμου, ιδιαίτερα στην Περσία και στην Τουρκία.
Οι ρίζες της λέξης δερβίσης προέρχονται από τα περσικά ντερ ( =πόρτα) και βις (=κοίτασμα) και σημαίνει " ζητιάνος που πηγαίνει από πόρτα σε πόρτα ( στην Τουρκία και στη Περσία, δερβίσης σημαίνει και επαίτης μοναχός).
Το ασκητικό σύστημα των Δερβίσηδων διαφέρει από την μια αδελφότητα στην άλλη. Οι δερβίσηδες αποτελούν τους αντίστοιχους ιππότες της Μεσαιωνικής δύσης. Χωρίζονταν σε διάφορα μοναστικά τάγματα, τα μέλη τους ζούσαν στους τεκέδες.
Τα σημανικότερα τάγματα ήταν των Μπεκτασίδων, των Καλεντερήδων, των Χαλβετήδων, το τάγμα των Ριφάϊ και οι Μεβλεβήδες.
Οι δεσμοί των Οθωμανών με τα τάγματα των δερβίσηδων, φανερώνεται από το παλαιότερο σωζόμενο έγγραφο του Οθωμανικού κράτους, τη παραχώρηση στους δερβίσηδες εο 1324 από τον Ορχάν( δεύτερο Σουλτάνο) μια έκταση ανατολικά της Νίκαιας για την ίδρυση ενός λατρευτικού κέντρου.
Τα ασκητήρια των δερβίσηδων συμβόλιζαν τη λαϊκή πλευρά του Ισλάμ που άνθισε στη Μικρά Ασία, παράλληλα με το Σουνιτικό Ισλάμ των Σελτζούκων.
Οι Οθωμανοί Σουλτάνοι, διάδοχοι του Ορχάν (συνάντησε και ευλογήθηκε από τον Μπεκτάς στον τεκέ του), συνδέθηκαν όλοι με κάποιο τάγμα. Ένα από τα πιο γνωστά άγματα είναι αυτό των Μπεκτασί, μετο οποίο συνδέθηκαν αρκετοί Σουλτάνοι.
Το τάγμα των Μπεκτασί πήρε το όνομα του από τον ιδρυτή του, Σεγίτ Μουχαμέτ Μπεκτάς. Πρόκειται για σιιτικό τάγμα, οι οπαδοί του δέχονται ως διάδοχο του προφήτη Μωάμεθ, τον γαμπρό του Αλί.
 
 
ο ιδρυτής των Μπεκτασήδων, Σεγίτ Μουχάμετ Μπεκτάς
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Πολλόι Οθωμανοί Σουλτάνοι συνδέθηκαν με το τάγμα των Μπεκτασί ,το οπόίο είχε σχέσεις με το επίλεκτο αυτοκρατορικό στρατό των γενίτσαρων, το οποίο ουσιαστικά είχε αναλάβει πλήρως υπό την καθοδηγηση τους από το 1500 έως το 1826.  Στους στρατώνες των γενίτσαρων διέμενε μόνιμα ένας σεϊχης των Μπεκτασήδων.
Όταν ο Κεμάλ , δήλωσε ότι το νέο Τούρκικο Κράτος θα απαλλάγεί από το Οθωμανικό στοιχείο δεν γινόταν να μην ασχοληθεί και με τα τάγματατων Δερβίσηδων.
Αρχικά τα αντιμετώπισε ως οργανώσεις που προέρχονταν από το μεσαίωνα και με νόμο το 1925 αποφάσισε το κλείσμο όλων των τεκέδων και αναχωρητιρίων.
τις μυστικές τελετές, οι οποίες συναχίστηκαν παράνομα και μετά το κλείσιμο των τεκέδων, τις αντιμετώπισεο Κεμάλ ως τελετές μαγείας.
Πολλά τάγματα τελικά μεταφέρτηκαν στην Αλβανία, ενώ άλλα στην Αίγυπτο και στη Συρία.
 
 
 

Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012

Ποιός είναι ο Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα:

Ο Χαϊρεντίν γεννήθηκε στον Παλαιόκηπο Γέρας στην Λέσβο. Ο πατέρας του ήταν σπαχής ονόματι Γιακούπ και η μητέρα του ελληνίδα χριστιανή από τη Λέσβο, ονόματι Κατερίνα. Αρκετοί ιστορικοί θεωρούν πιθανό ότι και ο πατέρας του ήταν Έλληνας Γενίτσαρος και καταγόταν από τα Γιαννιτσά.
Ο Μπαρμπαρόσα θεωρείται ο κατεξοχήν οργανωτής του οθωμανικού στόλου, στον οποίο κατείχε τον βαθμό του ναυάρχου. Αργότερα έγινε σουλτάνος του Αλγερίου και τελικά Μπεϊλέρ Μπέης (Αρχιμπέης) του Αιγαίου, ένα από τα μεγαλύτερα οθωμανικά αξιώματα. Κατά τη διάρκεια των κατακτητικών και αρπακτικών επιδρομών του ο Μπαρμπαρόσα έστειλε τους Τούρκους και αλγερινούς πειρατές του ενάντια πολλών νησιών του Αιγαίου, ειδικά στις Κυκλάδες καθώς και στα Κύθηρα, στην περιοχή του Τσιρίγου. Αυτό που επακολούθησε ήταν η ερήμωση του νησιού. Λέγεται ότι σκοτώθηκαν 7.000 άμαχοι και οι υπόλοιποι πουλήθηκαν ως σκλάβοι, ενώ εκείνοι που κατόρθωσαν να διαφύγουν, κρύφτηκαν στα βουνά ή πέρασαν στην Πελοπόννησο. Ακόμα και σήμερα στην πρωτεύουσα του νησιού τον Άγιο Δημήτριο, γνωστή έως Παλαιοχώρα είναι διακριτά τα ίχνη της ερήμωσης από εκείνη την πειρατική λαίλαπα.
 
 
 
Ο αδερφός του, Αρούτζ Ρείς έπλεε προς μακρινές περιοχές. Μια φορά έπεσε αιχμάλωτος. Ευτυχώς όμως κατάφερε να δραπετεύσει από το πλοίο που είχε αναγκαστεί να δουλέψει σαν κατάδικος και αφού σώθηκε από την αιχμαλωσία κατάφερε να βγει στις ακτές της Antalya. Ο Πρίγκιπας Korkut ο οποίος ήταν ένας από τους γιούς του Σουλτάνου Beyazıd του ΄Β ήταν μπέης της Antalya. Ο αδερφός αφού μπήκε υπό την προστασία του επέστρεψε με ευκολία στη Λέσβο.
Το 1512 ενθρονίστηκε ο αδερφός του πρίγκιπα Korkut Σουλτάνος Selim ο οποίος αργότερα ονομάστηκε ως «Yavuz». Όταν αυξήθηκε η καταπίεση πάνω από τον πρίγκιπα, βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Αρχισε  α αναζητά ένα ασφαλές κρησφύγετο για τον εαυτό του. Ζητησε από τον σουλτάνο της Τυνησίας ένα λιμάνι προκειμένου να κρύψει τα πλοία του. Υποσχεθηκε ότι θα πολεμήσει στο όνομα της δικαιοσύνης, ότι θα πουλήσει όλη τη λεία που θα πάρει στην αγορά της Τυνησίας, ότι και ο λαός θα επωφεληθεί αυτό και ότι θα του δώσει το ένα πέμπτο όλων των λείων που θα κατακτήσει. Ο Σουλτάνος Αμπού Αμπντουλάχ Μοχάμεντ δέχθηκε την πρόταση του. Αγκυροβολήσε τα πλοία του στο λιμάνι Γκολέτα. Έτσι ακριβώς ξεκίνησαν οι εκστρατείες του που τους έκαναν γνωστούς στην ιστορία ως αδερφοί Μπαρμπαρόσα και μετέτρεψαν τη Μεσόγειο σε μια τουρκική λίμνη.
 
 
 Ασκούσαν πειρατεία ενάντια στα χριστιανικά έθνη, συλλαμβάνοντας παπικές γαλέρες, ισπανικά πολεμικά πλοία και εμπορικά. Κατόπιν, εξαιτίας μιας διαφωνίας τους με τον Μπέη της Τυνησίας, αναγκάστηκαν να αλλάξουν ορμητήριο, τραβώντας για το Ντζιντζελί, κοντά στο Αλγέρι το 1511.
Το 1512 ο Αρούτζ έχασε το ένα του χέρι σε μια προσπάθεια να καταλάβει ένα ισπανικό οχυρό στη βορειοαφρικανική ακτή ενώ νικήθηκε πάλι μετά από δύο χρόνια. Από τότε σημειώθηκε αλλαγή στη δραστηριότητα των δύο αδελφών. Οι επιθέσεις τους εστιάζονταν όλο και περισσότερο στον Ισπανικό στόλο και τις παράκτιες εγκαταστάσεις του. Όταν ο σουλτάνος του Αλγερίου απέτυχε να ανταποκριθεί κατάλληλα στην ισπανική απειλή το 1516, ο Αρούτζ του επιτέθηκε με μια κουρσαρική δύναμη και αφού τον σκότωσε, αυτοανακηρύχθηκε σουλτάνος.
Το 1518 οι μάχες με τους Ισπανούς εντάθηκαν. Σε μια επίθεση εναντίον των ισπανικών εγκαταστάσεων στο Οράν, ο Αρούτζ δέχθηκε αιφνιδιαστική επίθεση και αναγκάστηκε να κλειστεί στην πόλη Τλεμτσέν. Προσπαθώντας να σπάσει τον κλοιό σκοτώθηκε.
Ο Χαΐρεντίν, το Δώρο του Θεού, συμμάχησε με τους Οθωμανούς και ονομάστηκε επίσημα σουλτάνος του Αλγερίου. Συνέχισε της επιθέσεις του ενάντια στα ισπανικά εμπορικά. Το 1535 έχασε την Τυνησία αλλά κατέλαβε τη Μαγιόρκα και τη Νίκαια, νικώντας παράλληλα τον χριστιανικό στόλο που απειλούσε την ανατολική Μεσόγειο. Πέθανε το 1547, εμφανώς ευνοούμενος της Υψηλής Πύλης και επιτυχημένος ναύαρχος, αφού ονομάστηκε Μπεϊλέρ Μπέης, δηλαδή γενικός διοικητής των οθωμανικών ναυτικών δυνάμεων.
Ένα ενδιαφέρον στοιχείο στη σημαία του Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα είναι ότι φέρει τα σύμβολα του Ιουδαϊσμού, του Χριστιανισμού και του Ισλάμ (οι 3 "EHL-i Kitab" θρησκείες που αποστέλλονται από τον Αλλάχ, σύμφωνα με το Ισλάμ). Η σημαία φέρει το «Φετίχ» κεφάλαιο, από το Κοράνι, μέσα στα μισοφέγγαρα είναι τα ονόματα των τεσσάρων χαλίφηδων, στο μέσον το χριστιανικό σύμβόλο της Αγίας Τριάδας, στο αριστερό το θεϊκό χέρι του Θεού, και στο κέντρο χαμηλά το εβραϊκό αστέρι του Δαβίδ.


Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2012

Οι Σουλτάνοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας

















Οσμάν Α'                                    ;-1324
Ορχάν  Α'                                   1324-1362
Μουράτ Α'                                 1362-1389
Βαγιαζήτ Α' ο Κεραυνός           1389-1402
Μεσοβασιλεία                           1402-1413
Μεχμέτ Α'                                  1413-1421
Μουράτ Β (παραιτήθηκε)          1421-1444
Μεχμέτ Β'                                  1444-1446
Μουράτ Β'                                 1446-1451
Μωάμεθ Β'                                1451-1481
Βαγιαζήτ Β' (εκθρονίστηκε)     1481-1512
Σελίμ Α'                                     1512-1520
Σουλεϊμάν Α' ο μεγαλοπρεπής ο νομοθέτης   1520-1566
Σελίμ Β'                                      1566-1574
Μουράτ Γ'                                  1574-1595
Μεχμέτ Γ'                                   1595-1603
Αχμέτ Α'                                     1603-1617
Μουσταφά Α (εκθρονίστηκε)    1617-1618
Οσμάν Β' (δολοφνήθηκε)          1618-1622
Μουσταφά Α' (εκθρονίστηκε)   1622-1623
Μουράτ Δ'                                  1623-1640
Ιμπραήμ Α' ο τρελός (εκτελέστηκε) 1640-1648
Μεχμέτ Δ' ο κυνηγός                  1648-1687
Σουλεϊμάν Β'                               1687-1691
Αχμέτ Β'                                      1691-1695
Μουσταφά Β' (εκθρονίστηκε)    1695-1703
Αχμέτ Γ' (εκθρονίστηκε)            1703-1730
Μαχμούτ Α'                                1730-1754
Οσμάν Γ'                                     1754-1757
Μουσταφά Γ'                              1757-1774
Αμπντούλ Χαμίντ Ά'                  1774-1789
Σελίμ Γ' (εκθρονίστηκε)             1789-1807
Μουσταφά Δ' (εκθρονίστηκε)    1807-1808
Μαχμούτ Β'                                1808-1839
Αμπντούλ Μετζίτ Α'                   1839-1861
Αμπντούλ Αζίζ Α' (εκθρονίστηκε) 1861-1876
Μουράτ Δ' (εκθρονίστηκε)         1876
Αμπντούλ Χαμίντ Β' (εκθρονίστηκε) 1876-1909
Μεχμέτ Δ' Ρεσάτ                         1909-1918
Μεχμέτ ΣΤ' Βαχνεττίν (παραιτήθηκε) 1918-1922
Αμπντούλ Μετζίτ Β' (μονο Χαλίφης) 1922-1924



Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2012

The Ottoman Invasions, part 4 (Transylvania)


In Transylvania Basta's army persecuted Protestants and illegally expropriated their estates until Stephen Bocskay (1605-07), a former Habsburg supporter, mustered an army that expelled the imperial forces. In 1606 Bocskay concluded treaties with the Habsburgs and the Turks that secured his position as prince of Transylvania, guaranteed religious freedom, and broadened Transylvania's independence. After Bocskay's death and the reign of the tyrant Gabriel Báthory (1607-13), the Porte compelled the Transylvanians to accept Gábor Bethlen (1613-29) as prince. Transylvania experienced a golden age under Bethlen's enlightened despotism. He promoted agriculture, trade, and industry, sank new mines, sent students abroad to Protestant universities, and prohibited landlords from denying an education to children of serfs. After Bethlen died, however, the Transylvanian Diet abolished most of his reforms. Soon György Rákóczi I (1630-40) became prince. Rákóczi, like Bethlen, sent Transylvanian forces to fight with the Protestants in the Thirty Years' War; and Transylvania gained mention as a sovereign state in the Peace of Westphalia. Transylvania's golden age ended after György Rákóczi II (1648-60) launched an ill-fated attack on Poland without the prior approval of the Porte or Transylvania's Diet. A Turkish and Tatar army routed Rákóczi's forces and seized Transylvania. For the remainder of its independence, Transylvania suffered a series of feckless and distracted leaders, and throughout the seventeenth century Transylvania's Romanian peasants lingered in poverty and ignorance.
During Michael the Brave's brief tenure and the early years of Turkish suzerainty, the distribution of land in Walachia and Moldavia changed dramatically. Over the years, Walachian and Moldavian princes made land grants to loyal boyars in exchange for military service so that by the seventeenth century hardly any land was left. Boyars in search of wealth began encroaching on peasant land and their military allegiance to the prince weakened. As a result, serfdom spread, successful boyars became more courtiers than warriors, and an intermediary class of impoverished lesser nobles developed. Would-be princes were forced to raise enormous sums to bribe their way to power, and peasant life grew more miserable as taxes and exactions increased. Any prince wishing to improve the peasants' lot risked a financial shortfall that could enable rivals to out-bribe him at the Porte and usurp his position.
In 1632 Matei Basarab (1632-54) became the last of Walachia's predominant family to take the throne; two years later, Vasile Lupu (1634-53), a man of Albanian descent, became prince of Moldavia. The jealousies and ambitions of Matei and Vasile sapped the strength of both principalities at a time when the Porte's power began to wane. Coveting the richer Walachian throne, Vasile attacked Matei, but the latter's forces routed the Moldavians, and a group of Moldavian boyars ousted Vasile. Both Matei and Vasile were enlightened rulers, who provided liberal endowments to religion and the arts, established printing presses, and published religious books and legal codes.

The Ottoman Invasions, part 3


After Buda's fall, Transylvania, though a vassal state of the Sublime Porte (as the Ottoman government was called), entered a period of broad autonomy. As a vassal, Transylvania paid the Porte an annual tribute and provided military assistance; in return, the Ottomans pledged to protect Transylvania from external threat. Native princes governed Transylvania from 1540 to 1690. Transylvania's powerful, mostly Hungarian, ruling families, whose position ironically strengthened with Hungary's fall, normally chose the prince, subject to the Porte's confirmation; in some cases, however, the Turks appointed the prince outright. The Transylvanian Diet became a parliament, and the nobles revived the Union of Three Nations, which still excluded the Romanians from political power. Princes took pains to separate Transylvania's Romanians from those in Walachia and Moldavia and forbade Eastern Orthodox priests to enter Transylvania from Walachia.
The Protestant Reformation spread rapidly in Transylvania after Hungary's collapse, and the region became one of Europe's Protestant strongholds. Transylvania's Germans adopted Lutheranism, and many Hungarians converted to Calvinism. However, the Protestants, who printed and distributed catechisms in the Romanian language, failed to lure many Romanians from Orthodoxy. In 1571 the Transylvanian Diet approved a law guaranteeing freedom of worship and equal rights for Transylvania's four "received" religions: Roman Catholic, Lutheran, Calvinist, and Unitarian. The law was one of the first of its kind in Europe, but the religious equality it proclaimed was limited. Orthodox Romanians, for example, were free to worship, but their church was not recognized as a received religion.

Once the Ottomans conquered Buda, Walachia and Moldavia lost all but the veneer of independence and the Porte exacted heavy tribute. The Turks chose Walachian and Moldavian princes from among the sons of noble hostages or refugees at Constantinople. Few princes died a natural death, but they lived enthroned amid great luxury. Although the Porte forbade Turks to own land or build mosques in the principalities, the princes allowed Greek and Turkish merchants and usurers to exploit the principalities' riches. The Greeks, jealously protecting their privileges, smothered the developing Romanian middle class.
The Romanians' final hero before the Turks and Greeks closed their stranglehold on the principalities was Walachia's Michael the Brave (1593-1601). Michael bribed his way at the Porte to become prince. Once enthroned, however, he rounded up extortionist Turkish lenders, locked them in a building, and burned it to the ground. His forces then overran several key Turkish fortresses. Michael's ultimate goal was complete independence, but in 1598 he pledged fealty to Holy Roman Emperor Rudolf II. A year later, Michael captured Transylvania, and his victory incited Transylvania's Romanian peasants to rebel. Michael, however, more interested in endearing himself to Transylvania's nobles than in supporting defiant serfs, suppressed the rebels and swore to uphold the Union of Three Nations. Despite the prince's pledge, the nobles still distrusted him. Then in 1600 Michael conquered Moldavia. For the first time a single Romanian prince ruled over all Romanians, and the Romanian people sensed the first stirring of a national identity. Michael's success startled Rudolf. The emperor incited Transylvania's nobles to revolt against the prince, and Poland simultaneously overran Moldavia. Michael consolidated his forces in Walachia, apologized to Rudolf, and agreed to join Rudolf's general, Giörgio Basta, in a campaign to regain Transylvania from recalcitrant Hungarian nobles. After their victory, however, Basta executed Michael for alleged treachery. Michael the Brave grew more impressive in legend than in life, and his short-lived unification of the Romanian lands later inspired the Romanians to struggle for cultural and political unity.
In Transylvania Basta's army persecuted Protestants and illegally expropriated their estates until Stephen Bocskay (1605-07), a former Habsburg supporter, mustered an army that expelled the imperial forces. In 1606 Bocskay concluded treaties with the Habsburgs and the Turks that secured his position as prince of Transylvania, guaranteed religious freedom, and broadened Transylvania's independence. After Bocskay's death and the reign of the tyrant Gabriel Báthory (1607-13), the Porte compelled the Transylvanians to accept Gábor Bethlen (1613-29) as prince. Transylvania experienced a golden age under Bethlen's enlightened despotism. He promoted agriculture, trade, and industry, sank new mines, sent students abroad to Protestant universities, and prohibited landlords from denying an education to children of serfs. After Bethlen died, however, the Transylvanian Diet abolished most of his reforms. Soon György Rákóczi I (1630-40) became prince. Rákóczi, like Bethlen, sent Transylvanian forces to fight with the Protestants in the Thirty Years' War; and Transylvania gained mention as a sovereign state in the Peace of Westphalia. Transylvania's golden age ended after György Rákóczi II (1648-60) launched an ill-fated attack on Poland without the prior approval of the Porte or Transylvania's Diet. A Turkish and Tatar army routed Rákóczi's forces and seized Transylvania. For the remainder of its independence, Transylvania suffered a series of feckless and distracted leaders, and throughout the seventeenth century Transylvania's Romanian peasants lingered in poverty and ignorance.

The Ottoman Invasions, part 2 (Romania)


Moldavia and its prince, Stephen the Great (1457-1504), were the principalities' last hope of repelling the Ottoman threat. Stephen drew on Moldavia's peasantry to raise a 55,000-man army and repelled the invading forces of Hungary's King Mátyás Corvinus in a daring night attack. Stephen's army invaded Walachia in 1471 and defeated the Turks when they retaliated in 1473 and 1474. After these victories, Stephen implored Pope Sixtus IV to forge a Christian alliance against the Turks. The pope replied with a letter naming Stephen an "Athlete of Christ," but he did not heed Stephen's calls for Christian unity. During the last decades of Stephen's reign, the Turks increased the pressure on Moldavia. They captured key Black Sea ports in 1484 and burned Moldavia's capital, Suceava, in 1485. Stephen rebounded with a victory in 1486 but thereafter confined his efforts to secure Moldavia's independence to the diplomatic arena. Frustrated by vain attempts to unite the West against the Turks, Stephen, on his deathbed, reportedly told his son to submit to the Turks if they offered an honorable suzerainty. Succession struggles weakened Moldavia after his death.
In 1514 greedy nobles and an ill-planned crusade sparked a widespread peasant revolt in Hungary and Transylvania. Well-armed peasants under György Dózsa sacked estates across the country. Despite strength of numbers, however, the peasants were disorganized and suffered a decisive defeat at Timisoara. Dózsa and the other rebel leaders were tortured and executed. After the revolt, the Hungarian nobles enacted laws that condemned the serfs to eternal bondage and increased their work obligations. With the serfs and nobles deeply alienated from each other and jealous magnates challenging the king's power, Hungary was vulnerable to outside aggression. The Ottomans stormed Belgrade in 1521, routed a feeble Hungarian army at Mohács in 1526, and conquered Buda in 1541. They installed a pasha to rule over central Hungary; Transylvania became an autonomous principality under Ottoman suzerainty; and the Habsburgs assumed control over fragments of northern and western Hungary.

Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2012

Πως βρέθηκε ο Παργαλή Ιμπραήμ Πασάς στην Πόλη

Το 1500 ο Βαγιαζήτ Β' επιτίθεται εναντίον των Ενετικών κτήσεων κι αιχμαλωτίζει το γιο του Παργινού ψαρά Γιάννη Μικέγκου, που. όπως λέγεται, έγινε ο Βεζίρης Ιμπραήμ πασάς από αδελφή του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή.


Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2012

The Ottoman Invasions 1st part


In the fourteenth century, the Ottoman Turks expanded their empire from Anatolia to the Balkans. They crossed the Bosporus in 1352 and crushed the Serbs at Kosovo Polje, in the south of modern- day Yugoslavia, in 1389. Tradition holds that Walachia's Prince Mircea the Old (1386-1418) sent his forces to Kosovo to fight beside the Serbs; soon after the battle Sultan Bayezid marched on Walachia and imprisoned Mircea until he pledged to pay tribute. After a failed attempt to break the sultan's grip, Mircea fled to Transylvania and enlisted his forces in a crusade called by Hungary's King Sigismund. The campaign ended miserably: the Turks routed Sigismund's forces in 1396 at Nicopolis in present-day Bulgaria, and Mircea and his men were lucky to escape across the Danube. In 1402 Walachia gained a respite from Ottoman pressure as the Mongol leader Tamerlane attacked the Ottomans from the east, killed the sultan, and sparked a civil war. When peace returned, the Ottomans renewed their assault on the Balkans. In 1417 Mircea capitulated to Sultan Mehmed I and agreed to pay an annual tribute and surrender territory; in return the sultan allowed Walachia to remain a principality and to retain the Eastern Orthodox faith.
After Mircea's death in 1418, Walachia and Moldavia slid into decline. Succession struggles, Polish and Hungarian intrigues, and corruption produced a parade of eleven princes in twenty-five years and weakened the principalities as the Ottoman threat waxed. In 1444 the Ottomans routed European forces at Varna in contemporary Bulgaria. When Constantinople succumbed in 1453, the Ottomans cut off Genoese and Venetian galleys from Black Sea ports, trade ceased, and the Romanian principalities' isolation deepened. At this time of near desperation, a Magyarized Romanian from Transylvania, János Hunyadi, became regent of Hungary. Hunyadi, a hero of the Ottoman wars, mobilized Hungary against the Turks, equipping a mercenary army funded by the first tax ever levied on Hungary's nobles. He scored a resounding victory over the Turks before Belgrade in 1456, but died of plague soon after the battle.
In one of his final acts, Hunyadi installed Vlad Tepes (1456-62) on Walachia's throne. Vlad took abnormal pleasure in inflicting torture and watching his victims writhe in agony. He also hated the Turks and defied the sultan by refusing to pay tribute. In 1461 Hamsa Pasha tried to lure Vlad into a trap, but the Walachian prince discovered the deception, captured Hamsa and his men, impaled them on wooden stakes, and abandoned them. Sultan Mohammed later invaded Walachia and drove Vlad into exile in Hungary. Although Vlad eventually returned to Walachia, he died shortly thereafter, and Walachia's resistance to the Ottomans softened.